Ακολουθήστε μας:

Παλαίμαχοι

«Είμαστε περαστικοί όλοι, στο τέλος μόνο η Λαμία θα μείνει»!

Έχει κατακτήσει πρωτάθλημα και Κύπελλο Ελλάδος, ήταν φιναλίστ στο Κύπελλο Πρωταθλητριών και μπορεί να πέρασε χρόνια στον Παναθηναϊκό, ποτέ του όμως δεν έκρυψε την ιδιαίτερη αγάπη του για τη Λαμία!

Ο «θρύλος» του ΑΣ Λαμία, ο τεράστιος Πέτρος Πανόπουλος είναι από τους ανθρώπους που μπροστά τους αισθάνεσαι πάρα πολύ μικρός. Όχι μόνο για τα πάρα πολλά κατορθώματα του εντός αγωνιστικών χώρων και το ήθος του, όσο για το γεγονός πως δεν κρύφτηκε ποτέ. Σε εποχές που δεδομένα δεν υπήρχε ελπίδα, βγήκε μπροστά! Όχι σαν παίκτης, αλλά σαν προπονητής και παράγοντας. Αφιλοκερδώς σε αρκετές περιπτώσεις, μόνο εξαιτίας την αγάπη του για τη Λαμία. Την «ιδέα» όπως την χαρακτηρίζει!

Για εμάς που έχουμε μεγαλώσει μόνο με αφηγήσεις για τα κατορθώματα του, είναι πολύ σπουδαίο να τον έχουμε απέναντι μας και να μας μιλάει. Το έκανε όμως μέσα από την καρδιά του και μας μίλησε για όλα όσα τον ρωτήσαμε αναλυτικά.

Ακολουθεί η πραγματικά ενδιαφέρουσα συνέντευξη που παραχώρησε στο Lamia Ole με αφορμή τα 55 χρόνια από την ίδρυση του συλλόγου. Σας προτρέπουμε να τη διαβάσετε ολόκληρη και να κρατήσετε τα λόγια με τα οποία κλείνει. Όταν ένας τόσο σπουδαίος άνθρωπος σου εξηγεί γιατί η ομάδα σου είναι υπεράνω όλων, τότε μόνο δέος μπορείς να νιώσεις…

Αναλυτικά:

– Έχετε ζήσει τη Λαμία στο ξεκίνημα της. Τι διαφορές διακρίνεται στην ομάδα του τότε με την ομάδα του τώρα;

«Εντάξει, υπάρχουν μεγάλες διαφορές. Η ομάδα του τότε ήταν -όχι ερασιτεχνική- ελαφρώς αμειβόμενοι, σύμφωνα πάντα με τις χορηγίες της ΕΠΟ. Πλέον, η ομάδα είναι εντελώς διαφορετική. Είναι επαγγελματική και προσέχει τις λεπτομέρειες για να γίνεται όλο και καλύτερη. Υπάρχουν τεράστιες διαφορές, δεν μπορεί να γίνει σύγκριση. Είναι πάρα πολύ καλύτερη η κατάσταση σήμερα από την κατάσταση που υπήρχε τότε».

– Κατάφερε η φετινή Λαμία να ξεπεράσει αυτό που είχατε «χτίσει» εσείς και το μύθο της ομάδας με την οποία μεγάλωσαν γενιές και γενιές;

«Η Λαμία έχει καταφέρει φέτος να πετύχει κάτι που στο μυαλό μας έμοιαζε σαν κάτι το ακατόρθωτο. Το είχαμε σαν όνειρο. Θέλαμε δηλαδή να φτάσουμε σε αυτό το σημείο. Ορισμένες φορές φτάσαμε κάπου εκεί κοντά, αλλά δεν τα καταφέραμε. Όμως είναι κάτι τελείως διαφορετικό. Εμείς δημιουργήσαμε αυτό το πράγμα που λέγεται ΑΣ Λαμία, παίζοντας με την αυτοθυσία και το πάθος που είχαμε. Περισσότερο θέλαμε να χαρούμε μέσα στο γήπεδο και να δώσουμε χαρά στους φιλάθλους. Αυτές ήταν οι βλέψεις μας τότε. Σήμερα, η ομάδα έχει εντελώς διαφορετικό προγραμματισμό. Έχει… αυτό που δεν είχαμε εμείς τότε! Έχει διοίκηση! Αυτό τα λέει όλα…»

– Στα πρώτα χρόνια της ομάδας και δεδομένου πως ερχόταν από συγχώνευση, υπήρχε σύμπνοια, ή ο κόσμος σας αντιμετώπιζε με καχυποψία;

«Σύμπνοια υπήρχε. Ορισμένες φορές όμως, ο κόσμος είχε αμφιβολίες για κάποια παιχνίδια. Στην ουσία όμως ήταν όλοι κοντά μας. Αν σκεφτείς πως η Λαμία τότε δεν είχε τον πληθυσμό που έχει σήμερα και παίζαμε σε ένα γήπεδο που είχε 5, 10 και 15 χιλιάδες, καταλαβαίνεις πως όλος ο κόσμος ήταν κοντά μας.

Και εμείς βέβαια από την πλευρά μας ήμασταν ένα κομμάτι από το σύνολο. Δεν ξεχωρίζαμε. Είχαμε παιχνίδια τα οποία τα πανηγυρίζαμε και πηγαίναμε να γλεντήσουμε μαζί με τον κόσμο. Υπήρχαν όμως και πολλές φορές που ερχόντουσαν «περίεργα» αποτελέσματα -που ούτε εμείς δεν τα περιμέναμε- και ψάχναμε τρόπο να γυρίσουμε σπίτια μας. Ποτέ από τους κεντρικούς δρόμους, μόνο από τα στενά…»

– Θέλουμε να μας πείτε περιστατικά και παιχνίδια που σας έχουν μείνει χαραγμένα στο μυαλό…

«Είναι κάποια παιχνίδια που οπωσδήποτε μου έχουν μείνει στο μυαλό και έχουν μείνει και στους φιλάθλους και θεωρούνται ιστορικά. Τα παιχνίδια που είχαμε κάνει την πρώτη χρονιά της ένωσης (σ.σ. των ομάδων της Λαμίας) κόντρα στον Παναθηναϊκό. Ο Παναθηναϊκός ήταν αήττητος και μέχρι εκείνο το παιχνίδι δεν είχε φάει γκολ και το δέχθηκε από τη Λαμία στο Κύπελλο. Αναγκάστηκαν τότε στο ημίχρονο να φέρουν τον προπονητή του Παναθηναϊκού, τον Στέφαν Μπόμπεκ από το «Καραϊσκάκη» που είχε πάει να δει έναν ποδοσφαιριστή. Τον ανέβασαν στη Λεωφόρο γιατί έχανε ο Παναθηναϊκός από τη Λαμία.

Και το άλλο το παιχνίδι που κάναμε πάλι με τον Παναθηναϊκό εδώ το 1968, που μας κερδίσανε στην παράταση με γκολ – οφσάιντ. Είναι και τα δύο παιχνίδια – κλειδιά. Δηλαδή μένουνε στη μνήμη. Υπήρχαν όμως κι άλλα παιχνίδια. Η τότε Β’ Εθνική που παίζαμε εμείς, μπορώ να πω ότι ήταν εφάμιλλη της σημερινής Α’ Εθνικής. Τότε στη Β’ Εθνική αγωνίζονταν ουσιαστικά όλες οι πρωτεύουσες των νομών της Ελλάδας και στην Α’ έπαιζαν κυρίως ομάδες από τη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα.

Από τα χρόνια εκείνα, μου έχουν μείνει χαραγμένα τα παιχνίδια με τη Λάρισα, με τον Ολυμπιακό Βόλου, με τη Νίκη, με την Καβάλα, τις Σέρρες, την Κοζάνη. Κάθε εβδομάδα είχαμε και έναν ξεχωριστό πολύ δύσκολο αγώνα. Ήμασταν ευτυχισμένοι που κρατήσαμε κορμό και παίζαμε σε αυτά τα παιχνίδια με δύσκολους αντιπάλους. Κάτι που μας έκανε και καλύτερους παίκτες, αλλά και γνωστούς στην Ελλάδα. Δεν χρειάζεται να αναφέρω περισσότερα παιχνίδια, γιατί τα περισσότερα έχουν μείνει στη μνήμη των φιλάθλων».

– Παίκτης, προπονητής, ή παράγοντας; Ποιο ήταν το πιο δύσκολο πόστο που αναλάβατε στην ομάδα;

«Και τα τρία! Το καθένα έχει την ιδιαιτερότητα, αλλά και την επικινδυνότητα του. Ο παίκτης κάνει την προπόνηση του, αγωνίζεται, έχει τους συμπαίκτες του, έχεις την ανάγκη τους και αυτοί τη δική του. Η θέση του προπονητή έχει άλλη επικινδυνοτότητα. Έχει να προπονήσει μια ομάδα, είναι ο «στρατηγός». Βέβαια, δίπλα του μπορεί να υπάρχουν διάφοροι επιτελείς που επισημαίνουν και τα καλά και τα κακά. Ο προπονητής όμως παίρνει την απόφαση και έχει την ευθύνη.

Υπάρχουν πάντως και προπονητές, όπως είναι σήμερα -είχα γράψει και σχετικό άρθρο κάποια στιγμή- ειδικά στις «μεγάλες» ομάδες, που είναι για το… γυαλί. Είναι η βιτρίνα, που βγαίνει στην τηλεόραση, μιλάει, αλλά την ομάδα δεν την ετοιμάζει αυτός. Την ετοιμάζουν ο κόουτς, ο βοηθός του, ο γυμναστής του, ο γιατρός και ο φυσιοθεραπευτής. Του την δίνουν έτοιμη και αυτός απλά διαλέγει ποιος θα παίξει. Αυτός ο προπονητής είναι που παίρνει τα υπέρ όταν πάει καλά η ομάδα και τα κατά όταν δεν πάει καλά. Η ουσία όμως είναι πως η δουλειά γίνεται από όλο το τιμ που έχει από πίσω του.

Τώρα για τη θέση του παράγοντα, τι να πω; Είχαμε φτάσει στο Πρωτοδικείο και από τα πέντε άτομα που όρισε το Πρωτοδικείο, όταν πήγαμε στα γραφεία είχαμε μείνει τα δύο. Δεν θα πω ονόματα γιατί είναι περασμένα και ξεχασμένα. Εμείς οι δύο ωστόσο είπαμε ότι δεν θα διαλύσουμε την ομάδα και την κατεβάσαμε από το πεζοδρόμιο και ευτυχώς όπως αποδεικνύεται. Γιατί ακολούθησαν όσα ακολούθησαν και βρέθηκε ο άξιος μεγαλομέτοχος που έχουμε σήμερα -και του αξίζουν συγχαρητήρια- για να φτάσει την ομάδα εδώ που την έφτασε. Ο παράγοντας, πρέπει να έχει τα αυτιά του βουλωμένα και να σκέφτεται μόνος του ποιο είναι το συμφέρον της ομάδας. Μάλλον το πιο δύσκολο από τα τρία είναι να είσαι παράγοντας».

– Έχετε ζήσει το σύλλογο από τη γέννηση του και τον γνωρίζετε όσο λίγοι. Έχει ταβάνι, ή θεωρείτε πως με την κατάλληλη δουλειά μπορεί να φτάσει κάποια στιγμή ακόμα στο σημείο να κάνει πρωταθλητισμό;

«Θα πω κάτι, το οποίο το ξέρουν μόνο οι παλιοί. Για να γίνει η ένωση της Παλλαμιακής με το Λαμιακό το 1964, επί ένα μήνα έκαναν Γενικές Συνελεύσεις τα συμβούλια και οι παράγοντες, χωρίς να βρίσκουν μια άκρη. Κάθε δύο ημέρες, εκείνη η «Τιτάνια» (σ.σ. κινηματογράφος στην πλατεία Λαού) μας είχε βαρεθεί. Πραγματικά κάθε δύο ημέρες πηγαίναμε και κάναμε Γενικές Συνελεύσεις και πάντα κάποιος αντιδρούσε για το όνομα, τα χρώματα κτλ. Δόξα ο Θεός όμως, φέτος κλείνουμε 55 χρόνια και αν με ακούνε θα πρέπει να κάνουν μια εκδήλωση για όλα αυτά τα χρόνια. Μέσα σε αυτά τα 55 χρόνια έχουν περάσει παίκτες, έχουν περάσει πρόεδροι και προπονητές, είχαμε χαρές και λύπες… Έχουμε μια ιστορία που δεν πρέπει και δεν μπορούμε να την ξεχάσουμε. Δεν ξεχνιέται!

Στο δεύτερο σκέλος της ερώτησης τώρα, θεωρώ πως η ομάδα έχει πολλές δυνατότητες. Δεν υπάρχει ταβάνι, ταβάνι δεν υπάρχει πουθενά. Υπάρχει προσπάθεια και προγραμματισμός. Βελτιώνουμε την ομάδα, σβήνουμε τα λάθη, να προσέξουμε τις λεπτομέρειες που θα μας κάνουν μεγάλους, να μην βλέπουμε τα πράγματα επί τροχάδην και η ομάδα μπορεί και να προχωρήσει και να ανεβεί. Όχι μέχρι εδώ που φτάσαμε, όχι πρωταθλητισμό, αλλά μέχρι και πιο πέρα στην Ευρώπη μπορεί να πάει. Πρέπει όμως να είμαστε κοντά της και να συμπαραστεκόμαστε. Όχι μόνο οι παλαίμαχοι, όλη η Λαμία και όλη η Φθιώτιδα. Μια ομάδα ανεβάσαμε στην Α’ Εθνική και θα πρέπει να της δώσουμε πνοή και ζωή, για να βελτιώνεται μέρα με την ημέρα και να ανεβαίνει όλο και περισσότερο».

– Τελικά, έχει ταλέντο η Φθιώτιδα για να στελεχώσει τη Λαμία σε επίπεδο Super League;

«Η Φθιώτιδα ταλέντα και παίκτες βγάζει. Το θέμα είναι ότι αυτά τα παιδιά -και από πιο μικρά ακόμα- θα πρέπει να τα προσέξουμε, πριν φτάσουν σε κάποια ηλικία. Δεν έχουμε φτάσει στο σημείο να ξεκινάμε με το ποδόσφαιρο στις μικρές ηλικίες. Οι μεγάλες ομάδες πάνε και παίρνουν παιδιά από μικρές ηλικίες 12 και 13 ετών και τους αξιολογούν όταν γίνονται 16 – 17. Εδώ, έστω και κάτω από τις συνθήκες που υπάρχουν, θα πρέπει να δώσουμε μεγαλύτερη προσοχή σε αυτά τα παιδιά και να τα προωθήσουμε. Όχι να πάνε να παίξουν γύρω – γύρω στη Γ’ και στη Β’. Να τα ετοιμάσουμε εδώ, για να μπορέσουμε να στελεχώσουμε την ομάδα.

Κάποια στιγμή μπορεί να μην έχουμε ούτε Εθνική ομάδα. Δεν λέω να μην έρθουν ξένοι, να έρθουν και να παίξουν αν είναι καλοί παίκτες και επαγγελματίες. Αυτό είναι άλλο πράγμα. Δεν θα πρέπει όμως εξαιτίας αυτού να παραγκωνίζουμε τα δικά μας παιδιά, που έχουν όνειρο να παίξουν και να γίνουν καλοί παίκτες.

Πιστεύω ότι σήμερα -επειδή αυτά τα παιδιά μεγάλωσαν με τη Λαμία στη Β’, στη Γ’ και τη Δ’, ήθελαν να φύγουν και να πάνε να παίξουν πιο πάνω. Να παίξουν στην Α’ Εθνική. Τώρα όμως εκεί βρίσκεται η Λαμία και θεωρώ πως τα παιδιά θα πρέπει να έχουν όνειρο να παίξουν στην ομάδα. Αν δεν έχουν τέτοιο όνειρο, τότε καλά θα κάνουν να μην γίνουν ποδοσφαιριστές, να γίνουν κάτι άλλο…

Θα σου πω ένα πράγμα, προχθές περνούσε ένας μικρός και τον ρωτήσαμε «τι ομάδα είσαι» και είπε «Λαμία». Ούτε Ολυμπιακός, ούτε Παναθηναϊκός, ούτε ΑΕΚ, ούτε ΠΑΟΚ, είπε Λαμία. Έχουν αρχίσει τα μικρά τα παιδιά και βλέπουν τη Λαμία. Σαν ομάδα, σαν ιδέα, σαν θέαμα, την πιστεύουν πλέον. Ας πιστέψουν λοιπόν και οι ποδοσφαιριστές πρέπει γίνουν καλύτεροι για να στελεχώσουν την ομάδα και οι προπονητές να δίνουν περισσότερα. Δεν είναι μόνο ο μισθός και να κάνουν τη δουλειά τους. Πρέπει να δώσουν περισσότερα για να ανεβάσουν την ποιότητα. Ταλέντα υπάρχουν, αλλά να μην μείνουν ταλέντα. Να γίνουν παίκτες με αξία. Το ταλέντο από μόνο του δεν λέει τίποτα. Για εμένα περισσότερη σημασία έχει η λέξη αξία. Αξίζεις παίζεις, δεν αξίζεις δεν παίζεις».

– Μια ευχή με αφορμή τα 55 χρόνια της Λαμίας…

«Η Λαμία είναι ιδέα και δεν πρόκειται να σβήσει! Ότι και να γίνει! Περάσαμε τρικυμίες και τρικυμίες. Ναυαγήσαμε, ξανά ναυαγήσαμε, σωθήκαμε όμως. Δεν μπορεί να σβήσει η Λαμία. Εμείς οι παίκτες, οι πρόεδροι, οι παράγοντες, οι φίλαθλοι… όλοι περαστικοί είμαστε! Η ιδέα Λαμία θα μείνει. Είναι κάτι το ξεχωριστό. Όπως και όλες οι μεγάλες ομάδες. Έχουν περάσει τόσοι και τόσοι, η Λαμία όμως είναι εδώ. Και πρέπει να την έχουμε σαν κόρη οφθαλμού και να την προσέχουμε»!

Advertisement
Καντε κλίκ για σχόλιο

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Παλαίμαχοι